ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΥ
INSOMNIA
Τα δύο ξύλινα κρεββάτια ενωμένα
«Δίδυμα» που λένε στα αγγλικά
Ανάμεσά τους ένα αυλάκι
Ακίνητο
Τα βράδυα πέφτει μέσα εκεί
Είναι μικροσκοπική
Για να φτάσει κοντά του
Κάνει τέτοια πράγματα
Δοκιμάζει τον εαυτό της
Στο δόσιμο
Μετά αποσύρεται
Στραγγίζει από πάνω της κάθε του ίχνος
Κοιμάται
Με πάθος
Με αφοσίωση
Γίνεται ένα πράγμα της νύχτας
Ένα πράγμα της νύχτας όχι πολύ διαφορετικό από τα ξύλινα έπιπλα την κουρτίνα τον ψυχρό αέρα και τον χαμένο ορίζοντα το καράβι ολόφωτο που κρέμεται από τον ουρανό και τον διασχίζει. Διασχίζει και τον ίδιο δίνοντας το σάλπισμα της αναχώρησης ενώ αυτός ο σιωπηλός ανταποκριτής θα μείνει πίσω. Θα έχει το προνόμιο να μπαινοβγαίνει στα όνειρά του θα τα κρατάει σαν ένα κομμάτι πάγου που λειώνει σιγά σιγά αφήνοντας ένα ελαφρύ κάψιμο στο κέντρο της παλάμης. Θα είναι εκτεθειμένος στην λευκή ταινία που εκτυλίσσεται υποχρεωμένος να υφίσταται γεγονότα ανύπαρκτα ιστορίες που οι αφηγητές τους βαριούνται στη μέση μαρτυρίες που ψιθυρίζονται χωρίς σκοπό (ωστόσο ανελέητα). Θα θέλει να φυσήξει μακριά τη σκόνη το θολό πέπλο τον τρεμάμενο ήχο της επιμονής τους. Θα σηκώνεται τότε για να φωτογραφίσει τη νύχτα. Θα βάζει την κάμερά του στο πεζούλι θα ρυθμίζει το φακό και θα καπνίζει και θα περιμένει και η κάμερα θα κάνει κλικ πολύ ήσυχα πολύ ύπουλα πολύ μυστικά θα κλέβει κάθε ελάχιστη ρανίδα φωτός και θα του τη φέρνει σαν κυνηγόσκυλο. Και να ο ουρανός που είναι μπλε, τα χόρτα πράσινα και πορτοκαλί, τα βράχια πιο λευκά από κάθε πλυμένο κόκκαλο που έχεις δει ποτέ. Κοκκάλινα λουλούδια που μόλις άνθισαν. Θα τα κόψει. Θα σκάψει ένα λαγούμι ύπνου.
Από το «Το βιβλίο του χώματος»
I
Κι αφήνομαι βαθιά μες το λαιμό της νύχτας
Εγώ η αράχνη πιασμένος από μια κλωστή
Κρατάω την αναπνοή μου και αφουγκράζομαι
Μην ξέροντας αν είναι ήχος ή άγγιγμα
Αν είναι δική μου δόνηση ή κάτι έξω από μένα που με δονεί
Σύνορο του δέρματός μου
Όταν φτάνω εκεί ξέρω πως βρίσκομαι στην άκρη της κλωστής μου
Θησέας ή Ορφέας;
Όπως και νά’χει η ιστορία μιας προδοσίας
II
Ύπτιος πλέω μέσα στη νύχτα
Αλλά και η νύχτα με διασχίζει
Το αυλάκι που ανοίγει δεν σταματά να μιλά
Τα πράγματα σβήνουν αφήνοντας ένα λεπτό περίγραμμα
Που παίρνω μαζί μου
Θα είναι χρήσιμο αργότερα
Όταν ο ορίζοντας χαθεί
III
Βλέπω το χνούδι της νύχτας να αυξάνει και να φθίνει
Τα μάτια των μικρών αρπακτικών να φλέγονται
Βλέπω το θάνατο να ξύνει την πόρτα
Την κοινότοπη περιπέτεια της περιπλάνησής του
Βλέπω την επίμονη μνήμη να μαζεύει στοιχεία στις γωνίες
Σκόνη ρινίσματα οτιδήποτε της κάνει
Κι όταν έρθει θα είναι αρκετό ένα χαμόγελο
Ένα λουράκι παπουτσιού λίγη άμμος ανάμεσα στα δάχτυλα
Θα είναι αρκετό για να εξαπολύσει πάνω μου
Το τεράστιο κύμα όλων των «συγκλονισμένων πραγμάτων»
Ε λοιπόν καληνύχτα, λέω και σηκώνω
Το σεντόνι πάνω από το κεφάλι μου
IV
Με το τυφλό μου βλέμμα
Βλέπω τις φωνές των γυμνών σωμάτων
Η γεύση τους ωριμάζει στο στόμα μου
Σαν γλώσσα που ποτέ δεν θα ακουστεί
Αγκαλιάζω το σώμα μου
Και βρίσκω το δικό σου σώμα
Αγκαλιάζω όλες τις εκφράσεις μου
Αυτές που εσύ μιλάς
Αυτές με τις οποίες με γνωρίζεις
Όπως εγώ δεν γνωρίζω τον εαυτό μου
V
Το τυφλό μου βλέμμα συναντάει το άλλο μου βλέμμα
Που είναι φυλακισμένο στα πράγματα
Και το αναγνωρίζει σαν ακριβή ανάμνηση
Αν καθετί που βλέπω μεταμορφώνεται σε ανάμνηση
Εγώ είμαι το μνημείο του βλέμματός μου
Σ’ένα κόσμο νεκρό
Ποιός θα με θυμηθεί
Από το «Το βιβλίο του χώματος»
Where is Pablo Frank?
Εμφανίζεται πουλί-αετός ουρανός σύννεφα, ανύψωση, με ανοιχτά φτερά, πλοήγηση ακίνητα φτερά. Εμφανίζεται αγόρι βρεγμένο μαυρισμένο ανεβαίνει τη σιδερένια σκάλα πατούσα γυμνή στο στενό σκαλοπάτι μυικός τόνος στο πόδι σφίγγεται πάνω στο μέταλλο φτάνει στην κορυφή πέφτει. Ένα κλάσμα της πτώσης παγώνει τώρα κρέμεται όρθιο με το κεφάλι στο πλάι λες από μια θηλειά αόρατη (από αέρα;). Εμφανίζεται τέντα με καλαμωτή άδειες καρέκλες στην αμμουδιά, τροχόσπιτο, νερό επιφάνεια νερού με ρυτιδώσεις. Εμφανίζεται στροφή σε δρόμο χωμάτινο, χαμηλό πέτρινο κτίσμα (μαντρί;) πιο κοντά χαλασμένη ξύλινη πόρτα στο βάθος παράθυρο ανοιχτό βλέπεις από μέσα τους λόφους αλλά πριν σκοτάδι πόρτα μισάνοιχτη, στον άσπρο τοίχο κόντρα ο ήλιος, αγκάθια ψηλά ανθισμένα τρέμουν. Εμφανίζεται οργωμένο χωράφι χώμα στύλος του ηλεκτρικού και λόφοι και κίνηση εμπρός δεν προλαβαίνεις όλο να το δεις τρέμει άλογα στο λιβάδι μια ουρά κινείται στην άκρη του ματιού, εμφανίζεται καλαμωτή με κενά από μέσα ουρανός, αμμουδιά έρημη με λίγα σκουπίδια ξαπλώστρα αριστερά στο βάθος ακατοίκητη καλάμια ουρανός εμφανίζεται θολό κοράκι στο χώμα φεύγει μπροστά μαύρο φτερό αδειάζει φεύγει κι αυτό, αποβάθρα λιμνοθάλασσα θολό, καμπίνα ψαράδων έρημη φεύγει, εμφανίζεται θάμνος ξερός από κοντά κλαδιά τρέμουν ανατανάκλαση τρέχει μπροστά χωράφι με ζώα γαιδουράκι, μικρό θαμπό από κοντά κοιτάει μια στιγμή μαύρο βελούδινο μάτι χάνεται, χώμα κοντά σβώλοι εμφανίζεται μυρμήγκι κουβαλάει αγκάθι εμφανίζονται σύρματα στον ουρανό οριζόντια, κοντά πέτρες βότσαλα υγρά άσπρα στο μαύρο εμφανίζονται κύματα διακύμανση νερού “Be not afeard the isle is full of noises”
Από το «Το βιβλίο του χώματος»
Το τραγούδι του μικρού κολυμβητή
Τα πόδια του γατζώνονται στο τσιμέντο
Η αναπνοή του είναι τεράστια
Eπίκληση για διάρκεια
που οργανώνεται κατά μήκος των σπονδύλων του
Τώρα η μικρή κατασκευή από κόκκαλα μαζεύεται
Η ακινησία του έχει κάτι από σαύρα.
(Σα νά’ταν από πάντα εκεί
Κι ακαριαία άφαντη
Το βλέμμα δεν μπορεί να τη χορτάσει)
Και τώρα ξαφνικά πέφτει
Όρθιος σαν άγγελος
Άλλωστε και τα πουλιά ρίχνονται στον ουρανό
Κάθε πτήση είναι πτώση
Πέφτοντας φοράει ρολόι από λουλούδι
Περασμένο σε σπάγγο
Φοράει κολλιέ από νεράντζια
Τρυπάει συχνά τα πράγματα
Δοκιμάζει την αντοχή τους μ’ένα σουγιά
Τώρα ο ίδιος μια βελόνα τρυπάει τον άνεμο
Η επέμβαση αυτού του τύπου είναι μια πράξη:
α) Διαχωρισμού
β) Βεβήλωσης
γ) Εξερεύνησης
δ) Σύνδεσης
ε) Μεταμόρφωσης
Δεν τελειώνει ποτέ
Δεν ανοίγει αυτό που δεν έχει μέσα
Πέφτοντας παίρνει μαζί του
Το κάψιμο στο χέρι
Στο κέντρο της παλάμης
Από ένα μαύρο έντομο
Ο πόνος είναι ένα πράγμα με φτερά
Ο πόνος είναι ένας επισκέπτης απ’το μέλλον
Διέσχισε τον άγραφο χάρτη του χεριού
Τον διάβασε εξονυχιστικά
Κλαίγοντας όρθιος
Με το χέρι ανοιχτό
Δείχνοντάς το στην ερημιά
Ολόκληρος ήταν υποκείμενο ενός πράγματος που
Ελλείψει ακριβέστερου όρου
Θα ονομάσουμε: αφή.
Και πέφτοντας παίρνει μαζί του
Τα μάτια των ζώων.
Και τα αόρατα άλογα
Κάθε μέρα τα ιππεύουν και τ’αγαπούν
Τα σφίγγουν και τα χαιδεύουν
Γι’αυτό που είναι:
Δυο κρύες πέτρες καλυμένες με βρύα.
Εκεί θα δοκιμάσει για πρώτη φορά τον ίλλιγγο της ύλης
Ότι άβυσσος δεν είναι το μαύρο κενό αλλά το αδιαπέραστο.
Και πέφτοντας τέλος οι άκρες των δακτύλων του
Θ’αγγίξουν το νερό
Και μετά ο ίδιος θα βυθιστεί μεμιάς
Χωρίς να προλάβει ν’αρπάξει το όριο
Και με μάτια κλειστά
Θα βλέπει με κάθε πόρο του σώματός του
Θα είναι απρόσκλητος σ’ένα ξένο κόσμο
Τέλεια γοητευμένος
Θα είναι φοβισμένος
Θα θέλει να μείνει εκεί για πάντα
Θα θέλει να το κάνει να διαρκέσει
Θα βγει στο φως νικημένος
Θα δοκιμάσει ξανά
Κι αυτό ανέλπιστα θα το ξαναζήσει κάποτε
- θα είναι νικημένος
- θα δοκιμάσει ξανά
Και θα δαγκώσει τον ιστό της πρότασης:
“It’s never enough”
Και θα χορέψει.
Από το «Το βιβλίο του χώματος»
ΤΑΙΝΑΡΟ
Εδώ οι μέρες δεν διαλύονται στον αέρα
Πέφτουν μέσα στο νερό
Σχηματίζοντας μια καταδική τους στιβάδα
Μια επιφάνεια διαχωρισμού
Ένα γεράκι πετάει πάνω από το σώμα του καλοκαιριού
Βουτάει ξανά και ξανά
Τρέφεται και μεθάει από την πτώση
Δεν έχει τίποτα εδώ
Μόνο τρελλό αέρα και πέτρες
Και θάλασσα
Μια αναίτια υπόσχεση
Ακονίζει τη λαγνεία μας με τη λάμα του φεγγαριού
Όταν έφτασα εδώ για πρώτη φορά, στο τοπίο του τέλους
Ο αέρας έμπαινε στο στόμα μου με τέτοια μανία
Σα να ήμουν ο μοναδικός αποδέκτης του
Μέχρι όλες οι λέξεις μου να εξαφανιστούν
Κάθε δέντρο υποδέχεται διαφορετικά τον άνεμο
Άλλα υποφέρουν, άλλα πάλι αντιστέκονται
(Έχω συναντήσει μια φοινικιά που γεννούσε τον άνεμο και τον διένειμε
Προς κάθε κατεύθυνση)
Άλλα τρέμουν ολόκληρα κι αλλάζουν χρώματα
Εγώ βέβαια δεν είμαι δέντρο
Κάθισα κάτω και τον φόρεσα παλτό
Έσκυψα το κεφάλι μου και κοίταξα το χώμα
Μέσα από τις ρωγμές του, οι ρίζες του θυμαριού
με τα ιερογλυφικά τους πάσχιζαν να βγουν στο φως.
Τότε οι λέξεις ξαναγύρισαν.
Από το «Το βιβλίο του χώματος»
ΠΡΩΙΝΟ ΞΥΠΝΗΜΑ
Ο κύριος Ταυ ξυπνάει κάθε μέρα μέσα σ`έναν άλλο άνθρωπο.
Γι`αυτό σηκώνεται πολύ νωρίς.
Πριν ξημερώσει.
Ανεβαίνει με κόπο τα σκαλοπάτια των στιγμών και πηγαίνει στο μπάνιο.
Εκεί αρχίζει να αφαιρεί τα λέπια της νύχτας.
Τους παγωμένους δρόμους, τις προκυμαίες και τα παγκάκια,
τις φυλλωσιές των δέντρων και των κλαδιών τους βρόχους/
τα δυσανάγνωστα κείμενα, τις αιμοβόρες παρθένους,
τα σμήνη των πουλιών.
Όταν μείνει εντελώς γυμνός
Αποθέτει το βλέμμα του στον καθρέφτη
Όπως κάποιος κρεμάει το παλτό του σ`έναν γάντζο.
Όμως αντί για μάτια έχει δυό ψάρια.
Επειδή τον διακρίνει άπειρη υπομονή,
Αφήνει τα μάτια-ψάρια να κολυμπήσουν στον καθρέφτη ελεύθερα.
Εκείνες τις στιγμές ζει το πιο καθαρό όνειρο.
Το όνειρο να μην είναι κανένας
Την πιο αλύτρωτη ερημιά.
Το κατάμαυρο σταυρόλεξο της αβύσσου.
Γεγονός που προσδίδει στα χαρακτηριστικά του
Αυτό που λέμε «βάθος».
Στη συνέχεια τα μάτια επιστρέφουν στη θέση τους.
Αυτά και ο καθρέφτης έχουν αποκτήσει τώρα κάποια συγγένεια.
Έτσι αλληλλοαναγνωρίζονται.
Από το Ο κύριος Ταυ, Μελάνι 2007
Ο ΚΥΡΙΟΣ ΤΑΥ ΣΕ ΕΝΑ ΘΑΛΑΣΣΙΝΟ ΤΟΠΙΟ
Μαζεύει ένα βότσαλο απ`την ακροθαλασσιά
Παρατηρεί πως το βότσαλο έχει την αξιοσημείωτη ιδιότητα,
Να μην διαθέτει εσωτερικό και εξωτερικό.
Τα δύο ταυτίζονται.
Επειδή δεν μπορεί να σκεφτεί τίποτε άλλο,
αποφασίζει πως το βότσαλο είναι εχθρός του κόσμου
και το πετάει μακριά.
Το βότσαλο πέφτωντας δημιουργεί αυτό που λέμε
«τρύπα στο νερό»
Ο Κύριος Ταυ αισθάνεται τρομερή έλξη
και ανεξήγητη ζήλεια για το βότσαλο.
Παίρνει λοιπόν ένα άλλο και το βάζει στο στόμα του.
Στην αρχή είναι αλμυρό.
Είναι ένα θαλασσινό πράγμα.
Λίγο μετά δεν είναι τίποτα.
Ένας σκληρός όγκος σιωπής μέσα στο στόμα του,
που ρουφάει τη φωνή του.
Με έκπληξή του όμως διαπιστώνει
Πως και χωρίς φωνή μπορεί να μιλάει.
Προφανώς οι επικλήσεις του εισακούγονται.
Ένα σμάρι θαλασσοπούλια προσγειώνεται στα πόδια του.
Όταν φεύγουν αφήνουν πίσω τους ένα δυσανάγνωστο κείμενο.
Ο Κύριος Ταυ σκύβει κι αρχίζει ευθύς να το μελετάει.
Από το Ο κύριος Ταυ, Μελάνι 2007
ΤΟ ΡΗΓΜΑ
Μέσα στο σπίτι, στο κεντρικό δωμάτιο υπάρχει το ρήγμα. Στην πραγματικότητα πρόκειται για μια λεπτή ρωγμή στο πάτωμα σχεδόν αόρατη. Τίποτε το ανησυχητικό. Εκτός από το γεγονός πως η σχισμή δεν είναι αδρανής. Συχνά ένα ρεύμα εξέρχεται από αυτήν που μυρίζει σκόνη και σκουριά. Και κάτι άλλο απροσδιόριστο. Επίσης πως έχει φωνή. Το πιο πολύ είναι μουγγή. Όμως αραιά και που παράγει έναν ήχο.
Καμμιά φορά τρέχει εκεί, γονατίζει και μυρίζει σαν σκύλος. Ύστερα απομακρύνεται αργά μολυσμένος από μια φλέβα χοική, παράνομη.
Φοράει τότε το παλτό του και ανοίγει την πόρτα.
Επικινδυνότερος, αψύς και κοφτερός σαν λεπίδι περπατάει.
Θερίζει τα βλέματα. Κουρντίζει των δρόμων το τραγούδι. Ρουφάει το μεδούλι της εσπέρας
Από το κούφιο κόκκαλό της φτιάχνει έναν αυλό και σαν φονιάς τον χώνει βιαστικά στην τσέπη.
Τα δάχτυλα χαιδεύουν τις οπές.
Μα δεν τολμά να παίξει.
Δεν ήρθε ακόμα ο καιρός της εκπνοής.
Από το Ο κύριος Ταυ, Μελάνι 2007
Η ΣΕΙΡΗΝΑ
Τα σεντόνια είναι λευκές σελίδες
Κάθε βράδυ γράφει ακούραστα
Τις γεμίζει πυρετωδώς
Όπως λένε πως κάνουν οι ποιητές
Μα το πρωί τα σεντόνια είναι ζώα παράφορα
Είναι κύματα θάλασσα άγρια που αναδιπλώνεται
Και από εκεί αναδύεται συχνά μία μικρή σειρήνα
Τον κοιτάζει απαλά κι έπειτα
Βγάζει τα μάτια της και του τα προσφέρει
Δυό γυάλινους βόλους πράσινους
Ο Κύριος Ταυ δεν τολμά να απλώσει τα χέρια
Μα πως ποθεί τη δροσιά τους και πως σαλεύουν τα δάχτυλά του σαν φύκια
Να τ`αγγίξουν
Τα μάτια της θα ρούφαγαν όλη τη σκόνη
Που έιναι η κλεψύδρα του καιρού
Θα έκαναν το αίμα νερό
Και τον ασβέστη κρύσταλλο
Η προσφορά εκκρεμεί
Μα ο Κύριος Ταυ όλο το αναβάλλει
Ποιός αντέχει να ζει σ`ένα διάφανο σπίτι;
Από το Ο κύριος Ταυ, Μελάνι 2007
ΓΡΑΦΕΙΟ Ι : σταθμός αναμονής
Φορέας του βάρους των αγκώνων
Της φρίκης των λευκών χαρτιών.
Το σαράκι, ο μετρονόμος της σιωπής,
Σκάβει λαβύρινθους τυφλούς, αθέατους μέσα στην ύλη.
Ο κύριος Ταυ ανάβει το τσιγάρο του
Σηκώνει το κεφάλι του ψηλά και αφουγκράζεται:
Τι είπε το σαράκι:
«Η σιωπή δεν είναι αρρώστια που ζητάει θεραπεία
Μόνο είναι πλέξη από νερό στου πέλαγου το βάθος.
Ταξίδι που αναβάλεται και η αναμονή του
Η σιωπή δεν είναι σεντόνι που σκεπάζει τον κόσμο
Μόνο είναι πείνα δίκλωνη που σας θερίζει.
Ποιός θα χωρίσει τα κλωνιά το γήτεμα να σπάσει;
Ποιός θ`ασημώσει το γυαλί για να γενεί καθρέφτης;»
Από το Ο κύριος Ταυ, Μελάνι 2007
ΓΡΑΦΕΙΟ ΙΙ: σταθμός αναχώρησης
Σ`αυτό τον ερημότοπο έχει ξανάρθει
Κάτι παιδιά και κάτι σκύλοι παίζουν ανέμελα
Τίποτα δε γνωρίζουν για τα λευκά μέταλλα του φεγγαριού
Μήτε έχουν πληγιασμένα γόνατα
Δεν ξέρουν ούτε νύχτα ούτε μέρα
Μόνο παιχνίδι αδιάκοπο
Σ`αυτό τον κόσμο είναι ίσκιος χάρτινος
Κάποιος που τραγουδά μπρος στην πανσέληνο
Κάποιος που σέρνει αλυσίδες πάνω στο χιόνι
Κάθε φορά πριν επιστρέψει, γράφει σ` ενα χαρτάκι το όνομά του
Και το θάβει στο χώμα.
Ποιός ξέρει τι προσμένει από αυτή την παράξενη σπορά.
Από το Ο κύριος Ταυ, Μελάνι 2007
Η ΛΕΜΟΝΙΑ
Στον κήπο μου ζει μια λεμονιά
Την ποτίζω από απόσταση με το λάστιχο
Γιατί στην πραγματικότητα είναι μια τίγρης.
Όμως εκείνη μου καταφέρνει τις δαγκωματιές σε ανύποπτο χρόνο.
Συχνά ξυπνάω με φρέσκες πληγές
Κι ακόμα καμιά φορά όταν περπατώ μου γραπώνει το σβέρκο.
Όμως εγώ την αγαπώ.
Ποιό άλλο δέντρο χωνεύει τόσο δραστικά τη σιωπή για να συνθέσει τους καρπούς του;
Λεμόνι--------------------
Κέρινο τοτέμ του θανάτου
Αυτόφωτη λαγνεία.
Από το Ο κύριος Ταυ, Μελάνι 2007
ΕΡΩΤΙΚΟ
Ονειρεύτηκα μια γυναίκα
Η γυναίκα μου δεν είναι Καθαρή Δευτέρα
Ούτε Μεγάλη Παρασκευή
Ούτε Κυριακή του άπιστου Θωμά
Η γυναίκα μου είναι πάντα Πέμπτη.
Πάει να πει ασύλληπτη.
Ο λαιμός της είναι ιπποδρόμιο
Οργωμένο από οπλές
Τοπίο που δονείται.
Κρατάει ένα μικρό ρολόι ανάμεσα στα δόντια της
Κι όταν φιλιόμαστε φοβάμαι
Μην μπερδευτεί στη γλώσσα μου
Και το καταπιώ
Τότε εκείνη θα ξέρει πάντα το ρυθμό μου.
Η γυναίκα μου δεν είναι δέντρο
Είναι πέτρα
Όταν τη ροκανίζω σπάω τα δόντια μου
Κι εκείνη επίσης υποφέρει καθώς δεν γίνεται
Να της αλλάξω σχήμα.
Μόνο χώρο μπορώ να της αλλάξω
Κι έτσι την πετώ μακριά
Και τρέχω σαν σκύλος ρουφώντας την απόσταση
Για να τη φέρω πίσω.
Από το Ο κύριος Ταυ, Μελάνι 2007
TO AΣΜΑ ΤΗΣ ΒΙΛΣΑΥ
στη Σύλβια
Μερικές φορές όταν κάθομαι ήσυχα μες στη σιωπή,
Ανοίγει μια μικρή ρωγμή
Και το δωμάτιο εισβάλλει από εκεί τμηματικά
Μέχρι την πλήρη του ανάπτυξη.
Το δωμάτιο με περιέχει.
Βαδίζω αργά πάνω στο ασπρόμαυρο πάτωμα.
Κάθομαι στο γραφείο.
Είμαι ακίνητη και περιμένω.
Ο αέρας λιγοστεύει.
Το δωμάτιο είναι άδειο αλλά όχι στατικό
Η λειτουργία του μου είναι άγνωστη
Είναι άδειο είναι αλωμένο
Είναι άδειο το συμπονώ
Τα μάτια μου δονούνται βαθιά
Από ρεύματα
Όπως όταν καταπιείς μια κουταλιά σιρόπι.
Και γεμίζω αργά σαν μελανοδοχείο
(Είναι φρικτό να είσαι πλήρης από κάτι που δεν κατανοείς )
Καθώς η στάθμη του μελανιού ανεβαίνει
Κυριεύομαι από την αίσθηση της πιο αβάσταχτης έλλειψης
Που ολοένα αυξάνει
Που γίνεται το κέντρο μου.
Που γύρω του αναπτύσσομαι με ιλιγγιώδη ρυθμό
Όπως μια δίνη αναπτύσσεται γύρω απ`την οπή της.
Λιμοκτονώ και περιστρέφομαι
Περιστρεφόμενη ανυψώνομαι
Λαμπερή όπως όλα τα πράγματα που βρίσκονται
σε εκκρεμότητα
Το δωμάτιο μπαίνει σε λειτουργία.
Από το Άσυλο, Μελάνι 2008
ΕΔΩ ΕΚΕΙ ΠΑΝΤΟΥ ΠΑΝΤΟΤΕ
Δεν καλλιεργώ τον κήπο μου σε βάθος
Προσπαθώ να εξαντλήσω την επιφάνεια
Γι’αυτό φυτεύω βήματα.
Αν απογυμνώσεις την αναμονή από κάθε προσδοκία
τι μένει;
Μια διαρκής παρουσία.
Βέβαια, για να είσαι αδιάλλειπτα παρών
οφείλεις να μάθεις να απουσιάζεις.
Εγώ διάλεξα ένα άσπρο φόρεμα.
Κάποιοι άλλοι, επινόησαν
διαφορετικές συσκευές εξαφάνισης:
Μια στολή μελισσοκόμου ας πούμε.
Άλλοι πάλι, πλαισιώθηκαν από μια κορνίζα παράθυρου
κι έμειναν ακίνητοι.
Μοιάζει στατικό αλλά δεν είναι.
Φταίει η διάρκεια που το αποκρυσταλλώνει.
Ο μηχανισμός είναι:
Δόνηση
Εγκατάλειψη
Εμπιστοσύνη
Αφανισμός
Χαρά
Όχι με αυτή τη σειρά
Και χωρίς το αίσθημα
`Από το Άσυλο, Μελάνι 2008
|